18 Σεπτεμβρίου του 1970 στην πλατεία Ματεότι της Γένοβας, ο έλληνας φοιτητής Κώστας Γεωργάκης, 22 ετών, αυτοπυρπολείται σε ένδειξη διαμαρτυρίας κατά της δικτατορίας στην Ελλάδα. Η πράξη του, παρότι αποσιωπήθηκε από το τότε επίσημο ελληνικό κράτος, αφύπνισε τη διεθνή κοινή γνώμη και προκάλεσε το ενδιαφέρον για το δικτατορικό καθεστώς της χώρας μας.
Λίγοι ψιθυρίζουν την ιστορία του αυτές τις ημέρες, ακόμα λιγότεροι μπαίνουν στη λογική να αναπαράγουν μια θυσία που θα μπορούσε να είναι σημαία για μια ολόκληρη γενιά θυσίας, τη γενιά του πολυτεχνείου, τη γενιά που αντιστάθηκε.
{mos_smf_discuss:Άσχετο...}
Δύο ήταν οι μεγάλες του αγάπες. Η γη (σπούδαζε άλλωστε Γεωλογία) και η ιδιαίτερη πατρίδα του, η Κέρκυρα. Τη χρονιά που προέβη σε αυτή την ακραία πράξη αντίστασης ο Κώστας ήταν μόλις 22 ετών. Είχε από μικρός οργανωθεί στη νεολαία της ‘Ένωσης Κέντρου και ως φοιτητής στην Ιταλία πολέμησε με μανία για το δικαίωμα των Ελλήνων φοιτητών να μιλάνε ανοιχτά για τη χούντα και για όλα τα δεινά που έχει προκαλέσει στην Ελλάδα. Επίσης, ξεσκέπαζε όλους τους "βαλτούς" από το καθεστώς φοιτητές που λειτουργούσαν ως πράκτορες, καταγράφοντας, αναλύοντας και παρουσιάζοντας στις μυστικές υπηρεσίες του καθεστώς τη δράση των φοιτητών.
Χαρακτηριστικό και το τραγούδι του Σαββόπουλου "Ωδή στον Γ.Κ." που δεν αφορούσε τον Γεώργιο Καραισκάκη, αλλά τον Κώστα Γεωργάκη, έπρεπε όμως να περάσει από τη λογοκρισία του καθεστώτος:
Χαρακτηριστικά ήταν τα γράμματα προς τον πατέρα και έναν φίλο του λίγο πριν το μοιραίο:
«Αγαπημένε μου πατέρα, σε παρακαλώ συγχώρα με χωρίς να κλάψης. Ο γυιός σου δεν είναι ήρωας. Είναι ένας άνθρωπος σαν όλους τους ανθρώπους ίσως με περισσότερο φόβο. Φίλησε το χώμα της πατρίδας για μένα. Μετά από τρία χρόνια καταπίεσης, δεν μπορώ ν’ αντέξω άλλο. Δεν θέλω εσύ να αντιμετωπίσης κανένα κίνδυνο γι αυτή μου την πράξη, αλλά δεν μπορώ ούτε να σκεφθώ ούτε να ενεργήσω αν δεν είμαι ελεύθερος. Ζήτω η Δημοκρατία, Κάτω η Τυραννία. Η πατρίδα μας που γέννησε την ελευθερία θα εξαφανίσει τους τυράννους.Συγχώρα με αν μπορείς , ο Κώστας σου».
«Αγαπημένε μου φίλε ,
Δεν ξέρω πως να σου αρχίσω αυτό το γράμμα . Άρχισα να σου γράφω ακόμα άλλα δυο αλλά τα έσκισα . Χαίρομαι την πίστη στον Αγώνα μας και , θα ήθελα κι εγώ , να πίστευα τόσο ζωντανά , τόσο θερμά , σαν κι εσένα .
Αυτές τις ημέρες αρχίσαμε κάπως να δουλεύουμε...Αρχίσαμε να οργανώνουμε την Τοπική μας Επιτροπή καλύτερα και για μια στιγμή πίστεψα κι εγώ...
Σήμερα το βράδυ όμως , έλαβα ένα γράμμα από το σπίτι μου . Η αστυνομία έκανε την επίσκεψη της στο πατέρα μου . Ήταν όπως τα έλεγα εγώ .
Δεν έχει δικαίωμα να σκέπεται σήμερα ο άνθρωπος . Πρέπει να μπαίνει στη "γραμμή"...
Θυμάμαι μια φορά εδώ και τρια χρόνια , προτού φύγω από την Κέρκυρα , με φώναξε ο τότε διοικητής για να μου κάνει συστάσεις...Προσποιήθηκα ότι υπάκουσα και ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα αηδία για τον εαυτό μου .
Σήμερα βρίσκομαι στη θέση να πω το μεγάλο ΝΑΙ ή το μεγάλο ΟΧΙ , όπως έλεγε ο Καβάφης . Αυτή τη φορά δεν θα το βάλω στα πόδια...
Η πράξη μου αυτή δεν θέλω να θεωρηθεί ηρωική . Ξέρω πώς στην Ελλάδα θα θεωρηθεί σαν "ανθελληνική" ενέργεια . Ίσως πάλι να ξυπνήσει μερικούς και να δείξει σε τι χρόνια ζούμε . Κάτω από ποιους ζούμε...
Δεν θέλω να γράψω πομπώδεις φράσεις . Ο δικός μας σκοπός , δεν τις έχει ανάγκη.
Συγχώρεσε με , αν μπορείς
Κώστας
Υστερόγραφο : Είμαι βέβαιος ότι αργά ή γρήγορα α, οι Ευρωπαϊκοί Λαοί , θα καταλάβουν πως ένα φασιστικό καθεστώς όπως αυτό της Ελλάδας , στηριγμένο στα τανκς , δεν αποτελεί μόνο ντροπή για την αξιοπρέπεια τους , ως ελεύθερων ανθρώπων , αλλά επίσης μια συνεχή απειλή για την ίδια την Ευρώπη»
Αφού τελείωσε το γράμμα προς τον πατέρα του, βγήκε από το σπίτι και με το 500αράκι Φιατάκι του, που είχε κολλημένη μια φωτογραφία του Ανδρέα Παπανδρέου στο παρμπρίζ του, έφτασε στις 3 τα ξημερώματα στην Πλατεία Ματεότι της Γένοβας. Από το πορτ μπαγκάζ πήρε τρία μπουκάλια γεμάτα βενζίνη και ύστερα κατευθύνθηκε προς τα σκαλιά του Παλάτσο Ντουκάλε, στο οποίο στεγάζονταν τότε τα δικαστήρια της πόλης. Κάτω από τη μεγάλη στοά, άνοιξε τα μπουκάλια και έριξε τη βενζίνη στα ρούχα του. Μετά άναψε το σπίρτο...
Εκείνη την ώρα στην πλατεία ήταν μόνο μια ομάδα εργατών καθαριότητας, οι οποίοι έτρεξαν να βοηθήσουν τον έλληνα φοιτητή. Όταν έφθασαν κοντά του, οι φλόγες είχαν ήδη τυλίξει το σώμα του, ωστόσο ο Κώστας Γεωργάκης είχε ακόμη το κουράγιο να φωνάξει: «Ζήτω η ελεύθερη Ελλάδα». Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου δέκα ώρες αργότερα άφησε την τελευταία του πνοή. Στο σημείο της θυσίας υπάρχει σήμερα μια μαρμάρινη στήλη με την επιγραφή στα ιταλικά: «Η Ελλάδα θα τον θυμάται για πάντα».
Η Χούντα αποσιώπησε το γεγονός κι επέτρεψε τη μεταφορά της σορού του στη γενέτειρά του με καθυστέρηση τεσσάρων μηνών, φοβούμενη τη λαϊκή αντίδραση. Η πράξη του αφύπνισε τη διεθνή κοινή γνώμη για την κατάσταση στην Ελλάδα, που στέναζε κάτω από την μπότα των Συνταγματαρχών.
Ο τάφος του Κώστα Γεωργάκη βρίσκεται στο Α' Δημοτικό Νεκροταφείο της Κέρκυρας. Μια μικρή πλατεία της πόλης φέρει το όνομά του, ενώ έχει αναγερθεί ένα μνημείο προς τιμήν του.
Η αυτοθυσία του φοιτητή Κώστα Γεωργάκη είναι μοναδικό και ξεχωριστό γεγονός στην αντίσταση κατά της Χούντας, προάγγελος της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Ο μεγάλος μας ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος απαθανάτισε τη θυσία του με τους στίχους από το ποίημά του «Η Θέα του Κόσμου»: «…ήσουν η φωτεινή περίληψη του δράματός μας…στην ίδια λαμπάδα τη μία, τ' αναστάσιμο φως κι ο επιτάφιος θρήνος μας…»